Οι λέξεις της επόμενης χρονιάς
 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 14/04/2013

του Γιάννη Δούκα*

 

Γιατί οι λέξεις της περσινής χρονιάς ανήκουν

στη γλώσσα της περσινής χρονιάς

και οι λέξεις της επόμενης χρονιάς

προσμένουν μια άλλη φωνή

Little Gidding II, 71-74

 

Γράφοντας για τα Τέσσερα Κουαρτέτα του Τ.Σ. Έλιοτ, με αφορμή την περσινή τους έκδοση σε μετάφραση του Χάρη Βλαβιανού, σκέφτομαι ότι η ανάγνωσή μου, με εργαλεία της την ερμηνεία και την εμπειρία, το πρωταρχικό αυτό δίλημμα του πώς να προσλαμβάνουμε την τέχνη, δεν θα μπορούσε να έχει ούτε αρχή, ούτε τέλος - παίζοντας με τον πρώτο στίχο του East Coker, δεύτερου κατά σειρά από τα Τέσσερα Κουαρτέτα (τα υπόλοιπα, όλα συνδεδεμένα με τοπωνύμια, είναι: Burnt Norton, The Dry Salvages και Little Gidding). Ή, μάλλον, θα έπρεπε να έχει μιαν αρχή που διαρκώς επαναδιατυπώνεται κι ένα τέλος που μετατίθεται στο διηνεκές, προκειμένου να εσωκλείσει τις πολλές, αλληλοσυμπληρούμενες επιστροφές που οφείλουμε σΆ ένα κείμενο εμβληματικό.

 

Το πρώτο που θα είχαμε να παρατηρήσουμε είναι ότι το ποιητικό πρόγραμμα είναι σύμφυτο με μια στοχαστικότητα που αγγίζει όλες τις περιοχές της ανθρώπινης κατάστασης. Με τον λόγο του εγκόσμιο και ταυτόχρονα ιερατικό, κατασταλαγμένο αλλά και ανήσυχο, ο Έλιοτ διατυπώνει τις «ριζοσπαστικές επαναξιολογήσεις του για τη φύση, την ανθρώπινη κοινωνία και την ιστορία» (A. David Moody, «Four Quartets: music, word, meaning and value» στο The Cambridge Companion to T. S. Eliot, edited by A. David Moody, Cambridge: Cambridge University Press 1994, σελ. 142). Έχοντας πάντα κατά νουν αυτό που μας υποδεικνύουν οι μουσικές συνδηλώσεις του γενικού τίτλου, διαπιστώνουμε ότι μας φανερώνονται σταδιακά «φωνές διαφορετικές / που ακούγονται συχνά μαζί» (The Dry Salvages I, 27-28), καθεμιά με το δικό της ύφος και τα διακριτά χαρακτηριστικά της.

Είναι θαυμαστή η πολυμορφία του κειμένου και η συνύπαρξη πολλών διαστρωματώσεων, γλωσσικών και υφολογικών. Όπως επισημαίνεται και στην εισαγωγή, «η βασική επιδίωξη στα Τέσσερα Κουαρτέτα είναι να χρησιμοποιηθούν οι λέξεις έτσι ώστε να σημαίνουν κάτι που βρίσκεται πέρα από αυτές» (Moody, ό.π., σελ. 147). ΚατΆ αυτό τον τρόπο, η μορφή καθίσταται εντέλει εργαλείο διαχείρισης των θεμάτων και κλειδί για την ερμηνεία τους.

Το τελικό ζητούμενο του ποιήματος είναι η αντίληψη του θείου Λόγου. Για να οδηγηθεί ώς εκεί, το ποιητικό εγώ περνάει μέσα από την Αγάπη και την ταπεινοφροσύνη. Και μολονότι έχουμε έναν ποιητικό λόγο χωρίς ανθρώπινο προσανατολισμό, τα Κουαρτέτα αποτελούν «ανθρώπινο επίτευγμα και μάλιστα επίτευγμα που μιλάει στην ανθρωπιά μας» (Moody, ό.π., σελ. 154). Ακόμη και για έναν άθρησκο αναγνώστη, τα Τέσσερα Κουαρτέτα είναι ένα κείμενο εξόχως αποκαλυπτικό, που βιώνεται με τη συγκίνηση της ειλικρινούς ευλάβειας: τοποθετείται στη σύγχρονη σύμβαση της καθημερινής ζωής, αλλά και εμπεριέχει το διαχρονικό μέχρις σημείου αιωνιότητας∙ συνάγει ιδέες και εικόνες απόλυτα διαυγείς από ένα πνευματικό παρελθόν, εξαίσια χωνεμένο∙ εγγράφει εντός του τον πυρήνα του δυτικού πολιτισμού, όπως τον αντιλαμβάνεται, και καταλήγει σΆ ένα πανόραμα της εσώτερης ύπαρξης∙ κατορθώνει την επαναμάγευση του ποιητικού λόγου, ανάγοντας τη μεταφυσική του αναζήτηση σε πανανθρώπινο και οικουμενικό επίπεδο.

Και, καθώς ανοίγεται στην ανάγνωσή μας, μας επιβάλλει μόνον αυτό: να το διαβάσουμε απροκατάληπτα, να μην προβάλουμε πάνω του τις ιδεοληψίες μας, να μην παριστάνουμε ότι φοράμε τον μανδύα μιας υπέρτατης αλήθειας. Εξάλλου, αν ανατρέξουμε στη σύγχρονη θεωρία της λογοτεχνίας, το κυνήγι θησαυρού για το «πνεύμα του ποιητή» έχει παραχωρήσει προ πολλού τη θέση του στην εκ του σύνεγγυς ανάγνωση του ίδιου του κειμένου: το αφήνουμε να μιλήσει, χωρίς να το στραγγαλίζουμε.

 

Τα Τέσσερα Κουαρτέτα έχουν αποδοθεί αρκετές φορές στα ελληνικά, είτε σε αυτοτελείς εκδόσεις, είτε ενταγμένες στα άπαντα του ποιητή - ενδεικτικά αναφέρουμε τις μεταφράσεις των Κλείτου Κύρου, Αντώνη Δεκαβάλλε και Αριστοτέλη Νικολαΐδη. Είναι αυτονόητο ότι ένα έργο που έχει καταστεί κλασικό πρέπει, κατά καιρούς, να μεταφράζεται εκ νέου, ώστε να κατανοείται εντός του εκάστοτε πνευματικού περικειμένου της χώρας που το δεξιώνεται, αλλά και να καταγράφονται οι μετατοπίσεις της κοινής ευαισθησίας και οι διαφορετικές προσεγγίσεις στην τέχνη της μετάφρασης.

Όπως έχει επισημάνει ο θεωρητικός Itamar Even-Zohar («The Position of Translated Literature within the Literary Polysystem», Poetics Today 11:1 (1990), σελ. 45-51), «η μετάφραση δεν είναι φαινόμενο με προκαθορισμένη φύση και όρια, αλλά δραστηριότητα που εξαρτάται από τις σχέσεις στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου πολιτιστικού συστήματος» (Even-Zohar, ό.π., σελ. 51). Στην περίπτωση που καθορίζει την επικοινωνία μιας «κεντρικής» με μια «περιφερειακή» λογοτεχνία -με βάση, τουλάχιστον, τις ιεραρχικές σχέσεις που αναπόφευκτα διαμορφώνονται σΆ ένα σύνολο εθνικών λογοτεχνιών, συσχετισμένων μεταξύ τους-, η μεταφραστική διαδικασία γίνεται δίαυλος για την εισαγωγή του παγκόσμιου «ρεπερτορίου» (“repertoire”) σε μια χώρα. Σε περιπτώσεις, επιπλέον, όπου το εγχώριο λογοτεχνικό σύστημα βρίσκεται σε σημείο καμπής, δημιουργείται ένα λογοτεχνικό «κενό» (“vacuum”), του οποίου φυσική συνέπεια είναι η επίκληση κειμένων και η απόδοσή τους, προκειμένου να διεισδύσουν στο εγχώριο σύστημα και να το ανανεώσουν, δίνοντάς του τη δυνατότητα να διαπραγματευτεί εκ νέου τη φύση του και να την εμπλουτίσει.

Δεδομένου ότι η επιλογή ενός προς μετάφραση έργου δεν είναι τυχαία, αλλά συνδέεται άρρηκτα με τις χρήσεις του παγκόσμιου «ρεπερτορίου» και με το σύστημα της χώρας που το προσλαμβάνει, ο μεταφραστής οφείλει να μην «αναζητήσει έτοιμα πρότυπα στο εγχώριο ρεπερτόριο για να προσαρμόσει τα κείμενα-πηγές του σε αυτά. Αντιθέτως, είναι προετοιμασμένος σε αυτές τις περιπτώσεις να παραβιάσει τις εγχώριες συμβάσεις» (Even-Zohar, ό.π., σελ. 50).

Ο Χ.Β., όπως σημειώνει εύστοχα η Έφη Γιαννοπούλου («Ακούγοντας τον ποιητή», Η Καθημερινή, 10 Ιουνίου 2012), επιτυγχάνει «να συνομιλήσει με τα ξένα κείμενα, αφήνοντας ωστόσο να ακουστεί αδιαμεσολάβητη η φωνή τους» - ή, για να αντιστρέψω έναν άλλο στίχο των Κουαρτέτων (The Dry Salvages II, 47), μας παρέχει, με τη μετάφρασή του, το νόημα, προκειμένου να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε το βίωμα και να το αντιληφθούμε, ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Διότι, ποιαν άλλη έκφραση θα μπορούσε να βρει η σύγχρονη απόδοση του έργου, αν όχι την ποιητικά σημερινή (και την εκάστοτε σημερινή) γλώσσα; Και πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί η συνάντηση του κειμένου με τον αναγνώστη, έξω από τον κύκλο των «μυημένων», αν όχι μέσα από μια δίγλωσση έκδοση, όπου η μετάφραση μετατρέπεται σε συνεχή αναγνωστική συνομιλία, φιλοδοξώντας να αναδείξει το πρωτότυπο, αντί να το υποκαταστήσει; Και πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να ελπίζουμε ότι θα γίνουν κοινό κτήμα τα Τέσσερα Κουαρτέτα, ακυρώνοντας ταυτόχρονα τον αδέξιο προσεταιρισμό των κειμένων στον βωμό μιας ατεκμηρίωτης αυθεντίας;

*Ο Γιάννης Δούκας είναι ποιητής και φιλόλογος.

  • lisseurs ghd
  • lisseur ghd styler
  • sacs louis vuitton
  • sacs louis vuitton pas cher
  • lisseur ghd
  • ghd pas cher
  • achat Sac louis vuitton
  • sacs louis vuitton pas cher
  • sac louis vuitton soldes en ligne
  • chaussures semelle rouge pas cher
  • Sacs Louis Vuitton Pas Cher En Ligne
  • christian louboutin pas chere
  • air jordan 11 pas cher
  • louboutin femme escarpin pas cher
  • christian louboutin pas cher
  • air jordan 6 femme pas cher
  • Air Jordan Pas Cher Magasin
  • Sac louis vuitton Pas Cher Magasin
  • Vente Sac louis vuitton soldes
  • Vente sac louis vuitton
  • air jordan 11 pas cher
  • air jordan 6 retro
  • achat sac louis vuitton