Οικονομική κρίση και κατανομή βαρών: η γερμανική εμπειρία στο Μεσοπόλεμο
 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 03/10/2010

Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΕΣΣΟΠΟΥΛΟΥ*

Μετά το κραχ του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης τον Οκτώβριο του 1929, οι αντοχές της γερμανικής οικονομίας δοκιμάστηκαν, καθώς η κρίση, η οποία έγινε αισθητή και στην Ευρώπη, έπληξε κυρίως τη Γερμανία, που επιβαρυνόταν επιπρόσθετα και με την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεων στους νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η πολιτική αποσταθεροποίηση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’30 παρουσιάζει στις μέρες μας ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού προκλήθηκε αφενός από μια κρίση δανεισμού και αφετέρου από τους ιδιαίτερα επαχθείς όρους των διεθνών συμβάσεων, τις οποίες αναγκαζόταν να συνάπτει το γερμανικό κράτος.

Όπως είναι λοιπόν προφανές, το γερμανικό πολιτικό σύστημα βρέθηκε αντιμέτωπο με προκλήσεις που παρουσιάζουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά με τις αντίστοιχες σημερινές της ελληνικής περίπτωσης. Υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υποπέσει κανείς στο λάθος να προχωρήσει σε ευθείες αναγωγές και απλοϊκές συγκρίσεις δύο πολύ διαφορετικών συγκυριών, είναι χρήσιμο να εξετασθούν τόσο τα διλήμματα, που τέθηκαν στις πολιτικές δυνάμεις της Γερμανίας κατά τον Μεσοπόλεμο, όσο και οι μεταξύ τους συγκρούσεις, οι οποίες προήλθαν από τις διαφορετικές λύσεις που υποστήριζε καθεμιά από αυτές.1

 

Κρίση δανεισμού και ανάγκη εξυγίανσης της οικονομίας

Είναι αξιοσημείωτο ότι η εταιρεία Goldman Sachs Trading Company ήταν μια από τις κυρίως υπεύθυνες για την κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος στις ΗΠΑ, αφού η τιμή των μετοχών της παρουσίασε ραγδαία πτώση. Ένα από τα αποτελέσματα του πανικού που προκλήθηκε ήταν η απαίτηση των αμερικανικών τραπεζών να τους επιστραφούν αμέσως τα βραχυπρόθεσμα δάνεια που είχαν συνάψει με Ευρωπαίους, καθώς αντιμετώπιζαν σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας. Υπ’ αυτές τις συνθήκες ο Hjalmar Schacht, διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της χώρας (Reichsbank), προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει το γερμανικό κράτος να δανειστεί, εφόσον όμως αυτό προχωρούσε σε μια εκτεταμένη «εξυγίανση» της εθνικής οικονομίας. Ο σοσιαλδημοκράτης υπουργός Οικονομικών, Rudolf Hilfreding, προέβη πράγματι στην κατάρτιση ενός νομοσχεδίου, το οποίο προέβλεπε τη μείωση των άμεσων φόρων και την αύξηση των έμμεσων φόρων του καπνού και της μπύρας. Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε τον Δεκέμβριο του 1929, παρά τις έντονες αντιδράσεις της κοινοβουλευτικής ομάδας των σοσιαλδημοκρατών (SPD), καθώς είχε αποσπάσει τη σύμφωνη γνώμη ακόμη και του πιο δεξιού κόμματος του κυβερνητικού συνασπισμού, του Γερμανικού Λαϊκού Κόμματος (Deutsche Volkspartei).

 

Επικύρωση διεθνούς συνθήκης και εσωτερική οικονομική πολιτική

Στις 20 Ιανουαρίου 1930 υπογράφηκε στη Χάγη το Σχέδιο Young, το οποίο προέβλεπε τους όρους καταβολής αποζημιώσεων από την πλευρά της Γερμανίας προς τις συμμαχικές δυνάμεις που επικράτησαν στον Πόλεμο. Σε αυτή την περίπτωση ήταν το Καθολικό Κόμμα του Κέντρου (Zentrum) εκείνο που ζήτησε να συνδεθεί η επικείμενη κύρωση της σύμβασης από το Κοινοβούλιο με ένα πρόγραμμα αναδιάρθρωσης της οικονομίας. Το νομοσχέδιο που κατατέθηκε τελικά ήταν σοσιαλδημοκρατικής αντίληψης και προέβλεπε από τη μία την αύξηση της φορολόγησης των βιομηχάνων και από την άλλη την αύξηση του επιδόματος των ανέργων. Η υπερψήφιση αυτού του φιλεργατικού νόμου έμελλε να αποτελέσει το κύκνειο άσμα της κυβέρνησης του σοσιαλδημοκράτη Heinrich Müller, καθώς μετά την κύρωση του Σχεδίου Young το Γερμανικό Λαϊκό Κόμμα, που εκπροσωπούσε τα συμφέροντα της εργοδοσίας, συντάχθηκε με το Zentrum ως προς το αίτημα παγώματος της καταβολής των επιδομάτων και οδήγησε τον κυβερνητικό συνασπισμό σε διάλυση. Η παραίτηση του καγκελαρίου Μύλλερ στα τέλη Μαρτίου, που προήλθε από την όξυνση της σύγκρουσης των κυβερνητικών εταίρων σχετικά με τον τρόπο κατανομής των βαρών της κρίσης στις κοινωνικές ομάδες σηματοδότησε το τέλος του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος υπό την κλασική του μορφή, καθώς οι κυβερνήσεις που θα σχηματίζονταν εφεξής δεν θα είχαν τη στήριξη της πλειοψηφίας των βουλευτών.

 

Εξωτερικό χρέος, μείωση κοινωνικών παροχών και ιδεολογική σύγχυση του Κομμουνιστικού Κόμματος

Στις 30 Μαρτίου διορίσθηκε νέος καγκελάριος ο Heinrich Brüning, πρόεδρος του Καθολικού Κεντρώου Κόμματος, ο οποίος, από τη στιγμή που δεν διέθετε την εμπιστοσύνη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, στηρίχθηκε στην έκδοση έκτακτων προεδρικών διαταγμάτων, για να ασκήσει την οικονομική του πολιτική. Το περιεχόμενο των διαταγμάτων αυτών, που χαρακτηριζόταν από σκληρά μέτρα λιτότητας και συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους, δεν συγκέντρωνε τη συναίνεση ούτε της κοινωνίας ούτε της Βουλής. Το αποτέλεσμα ήταν να προκηρυχθούν εκλογές για τον Σεπτέμβριο μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένης οργής απέναντι τόσο στην κυβέρνηση όσο και τα κράτη-δανειστές της Γερμανίας, που με τις απαιτήσεις τους οδηγούσαν τη χώρα στην οικονομική ύφεση και την κοινωνική εξαθλίωση. Από τον προεκλογικό αγώνα ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το κομμάτι του προγράμματος του Κομμουνιστικού Κόμματος (KPD) το οποίο έκανε λόγο για την επερχόμενη δικτατορία του προλεταριάτου, η οποία θα έσπαγε τις αλυσίδες του Σχεδίου Young και της εθνικής καταπίεσης. Στο σημείο αυτό απάντησε το κόμμα του Αδόλφου Χίτλερ (NSDAP), που τόνισε ότι αυτή η αντίληψη των κομμουνιστών αποτελεί την απόδειξη της ιδεολογικής ηγεμονίας του εθνικοσοσιαλισμού.

 

Άρνηση του κεφαλαίου να επωμισθεί μέρος των βαρών και αποπομπή Μπρύνινγκ

Η πολιτική που άσκησε η κυβέρνηση κατά τη διετία 1930-32, με την ψήφο ανοχής του SPD, έπληξε ιδιαίτερα τη μεσαία τάξη, καθώς περιελάμβανε μεταξύ άλλων περικοπές μισθών και συντάξεων. Με αυτόν τον τρόπο ο καγκελάριος σκόπευε να στείλει στα κράτη-πιστωτές της Γερμανίας το μήνυμα ότι έπρεπε, πάση θυσία, να αποσβεσθεί το χρέος, διότι η κοινωνία είχε φθάσει στα όριά της. Παρότι, όμως, συμφωνήθηκε σε διεθνές επίπεδο το πάγωμα μεγάλου μέρους των οφειλών του γερμανικού κράτους για ένα χρόνο, ο Μπρύνινγκ αρνούνταν να αλλάξει τον προσανατολισμό της αποπληθωριστικής οικονομικής του πολιτικής και να ανακουφίσει τα αδύναμα στρώματα, καθώς δεν ήθελε να υπαναχωρήσει από τον μεγαλόπνοο στόχο της συνολικής διαγραφής του χρέους. Με δεδομένο, όμως, ότι δεν υπήρχαν τα περιθώρια περαιτέρω μείωσης της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, και συνεπώς του βιοτικού τους επιπέδου, η κυβέρνηση παρενέβη με ένα νέο έκτακτο διάταγμα στη λειτουργία της οικονομίας, προκειμένου να συνδέσει τη μείωση των μισθών με μια σχετική μείωση των ενοικίων, των επιτοκίων, αλλά και των τιμών αρκετών προϊόντων.

Η απόφαση αυτή προκάλεσε την οργή της εργοδοσίας, η οποία, ενοχλημένη από την έμμεση έστω συμμετοχή του SPD στη χάραξη της οικονομικής πολιτικής, έκανε λόγο για παραβίαση των κανόνων της ελεύθερης αγοράς. Αποτέλεσμα της άρνησής της να δεχθεί τη μείωση των κερδών της ήταν η άρση της εμπιστοσύνης του συντηρητικού οικονομικο-πολιτικού μπλοκ εξουσίας προς την Κυβέρνηση, που προκάλεσε μια νέα μετατόπιση προς τα δεξιά του πολιτικού συστήματος. Ο Καγκελάριος Μπρύνινγκ αποπέμφθηκε στα τέλη Μαΐου του 1932 και στη θέση του διορίσθηκε ο υπερκομματικός Franz von Papen, εκλεκτός του Προέδρου του Ράιχ και των Ενόπλων Δυνάμεων, παρότι δεν είχε κανένα απολύτως έρεισμα στο Κοινοβούλιο. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης έκανε το προτελευταίο της βήμα προς τον φασισμό, καθώς ο Γενάρης του 1933 απείχε πλέον μόλις λίγους μήνες.

 

Δύο συμπεράσματα

Η εξέταση των σφοδρών πολιτικών και ιδεολογικών συγκρούσεων, κατά την διετία 1930-32 στη Γερμανία, καταδεικνύει ότι σε κάθε πολιτικό ζήτημα, ακόμη και σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης, δεν αντιστοιχεί μία και μοναδική λύση. Το γερμανικό πολιτικό σύστημα κατέληξε στην υιοθέτηση μιας στρατηγικής σκληρής λιτότητας όχι ελλείψει εναλλακτικής πρότασης, αλλά διότι αυτό υπαγόρευαν οι δυνάμεις του κεφαλαίου, το οποίο στη δεδομένη συγκυρία ήταν και πολιτικά πανίσχυρο. Η απόφαση, συνεπώς, που τελικά λήφθηκε, δεν ήταν η μοναδική εφαρμόσιμη, δηλαδή η απόλυτα ορθή, αλλά αυτή που συμπύκνωνε το συσχετισμό της δύναμης μεταξύ των κοινωνικών και οικονομικών αντικρουόμενων συμφερόντων. Σύμφωνα με τη διατύπωση του Τόμας Χομπς, «η ισχύς, όχι η αλήθεια, παράγει τον νόμο».

Σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα κάθε πολιτικός στόχος έχει σχετική αξία, καθώς διαμορφώνεται με βάση τη βούληση και τις ανάγκες μιας κοινωνίας. Εάν σε κάποιο πολιτικό σχέδιο, είτε αυτό λέγεται διαγραφή του χρέους είτε σύναψη δανείου για την κάλυψη τρεχουσών αναγκών, προσδοθεί μια απόλυτη διάσταση, η οποία επιτάσσει την υλοποίησή του με κάθε κόστος, ελλοχεύει ο κίνδυνος της διάρρηξης των δεσμών αντιπροσώπευσης μεταξύ εξουσιαζόντων και εξουσιαζομένων, που μπορεί να εξελιχθεί σε κρίση του πολιτικού συστήματος. Στη Γερμανία του Μεσοπολέμου η πολιτική και οικονομική ελίτ αποφάσισε ότι όσα μέτρα δεν ήταν δυνατό να υιοθετηθούν μέσω δημοκρατικών συναινέσεων, δηλαδή δια της πειθούς, δε θα αναθεωρούνταν, αλλά θα επιβάλλονταν δια της βίας, η οποία εκφράσθηκε μέσω της σταδιακής αυταρχικοποίησης της λειτουργίας του πολιτεύματος.

 

*Ο Αλέξανδρος Κεσσόπουλος είναι υποψήφιος διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Αθηνών

[Συζήτηση και σχολιασμός του άρθρου στο ιστολόγιο των Ενθεμάτων]

1.  Η αναφορά στη γερμανική πολιτική σκηνή κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου είναι βασισμένη σε ένα από τα πιο σημαντικά έργα για την κατάρρευση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης: Winkler Heinrich August, Weimar, 1918-1933. Die Geschichte der ersten deutschen Demokratie, Μόναχο 1993.

  • lisseurs ghd
  • lisseur ghd styler
  • sacs louis vuitton
  • sacs louis vuitton pas cher
  • lisseur ghd
  • ghd pas cher
  • achat Sac louis vuitton
  • sacs louis vuitton pas cher
  • sac louis vuitton soldes en ligne
  • chaussures semelle rouge pas cher
  • Sacs Louis Vuitton Pas Cher En Ligne
  • christian louboutin pas chere
  • air jordan 11 pas cher
  • louboutin femme escarpin pas cher
  • christian louboutin pas cher
  • air jordan 6 femme pas cher
  • Air Jordan Pas Cher Magasin
  • Sac louis vuitton Pas Cher Magasin
  • Vente Sac louis vuitton soldes
  • Vente sac louis vuitton
  • air jordan 11 pas cher
  • air jordan 6 retro
  • achat sac louis vuitton