Το φωτεινό μυστικό της ποίησης
 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 05/07/2009

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ

Στο σκοτεινό τόπο της ταυτότητας, η ποιήτρια παίζει το παιχνίδι της αλήθειας της με τον Άλλο


Σχεδόν απρόσιτη από την επάρατη καχεξία της γραμματολογίας των μεταπολεμικών χρόνων, μια ευδιάκριτη anima περιφέρεται στην ποίησή μας, περιφρονώντας -όλως παραδόξως- τους άντρες ποιητές και δίνοντας σε μετρημένες γυναικείες παρουσίες μια ταυτότητα εξαιρετικής δυναμικής, η οποία κατέρχεται από την εύθραυστα θηλαστική φωνή της Κούρση, στην αιχμηρή συγκατάβαση της Χριστοδούλου, και από την σκιώδη αρχαιολογία της Μαστοράκη στη μυθολογία της ετερότητας που αναπτύσσει η Ζέφη Δαράκη.

Βαθιά πνευματική, συναισθηματική και φαινομενικά εύθραυστη -αλλά πάντα γοητευτική και πανίσχυρη- η anima αυτή, η θηλυκή ψυχή που αρνείται να παραδοθεί στη λογική του διακοσμητικού συμβάντος, έχει ανοίξει έναν ατέλειωτο πόλεμο με τις σκιάσεις της παρεύρεσης, σκάβοντας το έδαφος της γλώσσας, με το δικαίωμα του σθένους που εκχωρούμε παραδοσιακά στους άντρες ποιητές.

Τα αποτελέσματα θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν μιαν ανθρωπολογικά προσανατολισμένη κριτική, κατ’ αναλογία προς την ευρωπαϊκή και αμερικανική Φεμινιστική Κριτική. Θα μπορούσαν, αν το ζητούμενο της κριτικής μας ήταν η διαύγαση των δημιουργικών ενεργημάτων και όχι η διαχείριση των εκδοτικών συμβάντων.

Ωστόσο, η παρουσία του στοιχείου για το οποίο μιλήσαμε στον κενό χώρο της απουσίας μιας σύστοιχης προς το δημιουργικό υλικό κριτικής, απαιτεί να ομολογήσουμε πόση γειτνίαση μπορούμε να αντέξουμε με το Άλλο, το εδώ και γύρω μας Άλλο, το Θηλυκό ως επίμονη αξίωση του αυτοτελούς βιολογικού και πνευματικού όντος.

Αυτή τη γειτνίαση αποβλέποντας, μιλώ για το πρόσφατο ποιητικό βιβλίο της Ζέφης Δαράκη. Θα ήθελα να αγνοούσα κάθε στοιχείο τής εν τω κόσμω παρουσίας της, για να εξασφαλίσω την αυτόνομη σχέση μου με τη φωνή της, αλλά κάτι τέτοιο δεν γίνεται. Η Ζέφη Δαράκη διαθέτει όνομα και συνεπώς έχει ήδη δρασκελήσει το κατώφλι της λέξης, εγκαταλείποντας, για λογαριασμό του υπαρκτικού της ορίζοντα, το πρωτογενές πάθος. Όπως όλοι μας, βρίσκεται και αυτή χαμένη στο πεδίο του κειμένου. Κι όμως τίποτα δεν δείχνει στο όνομά της κάποιο είδος άγνοιας, απουσίας ή απώλειας. Πράγμα που σημαίνει πως αν πρέπει να ξεχάσω τη Ζέφη Δαράκη είναι για να συναντήσω τη φωνή της στο έδαφος της ψυχής, εκεί όπου η anima δεν θέτει σε παρένθεση την αντρική μου ανασκοπική σκέψη, αλλά αναγνωρίζει στους συλλογισμούς μου τη διαύγεια της ενικότητας του ανθρωπίνου συμβάντος.

Φιλοσόφησα κάμποσο και ίσως έθεσα σε δοκιμασία τον κυριακάτικο αναγνώστη, αλλά δεν υπάρχει άλλος αξιοπρεπής τρόπος για να αναφερθεί κάποιος σε ένα βιβλίο που έχει τίτλο: Σε ονομάζω θα πει σε χάνω. Η Ζέφη Δαράκη δεν είναι από εκείνες τις «αθώες» λυρικές φωνές, στο σαλόνι των οποίων εγκλωβίστηκε η ποίηση των Ελληνίδων, για να αποφευχθούν οι ρωγμές στο σώμα της εθνικής μας ρώμης. Ο τίτλος του βιβλίου της δείχνει προς την άποψη του Ρουσσώ για την εξαφάνιση του ανθρώπου μέσα στη γλωσσική του εξέλιξη, παρά προς την «φιλοσοφημένη» ερωτική πείρα, που γεμίζει τα αμέτρητα κενά των σύγχρονων πεζογραφημάτων με εκλαϊκευμένη ψυχολογία.

Η Δαράκη από μιας αρχής είχε στη διάθεσή της μια προσωπική μυθολογία, αν και δεν φάνηκε ποτέ να επιδιώκει την επεξεργασία της, πράγμα που κάθε άλλο παρά παράξενο είναι, δεδομένου ότι μια όποια επεξεργασία θα την περιμέναμε κυρίως από τον αγχωμένο για την νομοθετημένη ολότητα animus των ποιητών.

Η δομή της προσωπικής μυθολογίας τής ποιήτριας, αρθρωμένη στο όριο ανάμεσα στο συλλογικό και το ατομικό ασυνείδητο, τίθεται με ευκρίνεια στους πρώτους στίχους του παλαιότερου ποιήματός της με τον τίτλο ΠΗΓΑΙΝΟΕΡΧΟΤΑΝΕ: Φρεσκολουσμένα μαλλιά είχε η μέρα/ όταν έπαιζα στο υπόγειο με τον άλλο μου εαυτό/ Ερχόταν εκεί και μ' έραινε με το ίδιο μου το μυστικό. Στο σκοτεινό τόπο της ταυτότητας, η ποιήτρια παίζει το παιχνίδι της αλήθειας της με τον Άλλο, εκείνον τον Άλλο που αναδύεται από την ίδια τη δυνατότητα του όποιου ποιήματος και ζητά την πλήρωσή του στη βάση ενός πάντα ήδη αβυσσαλέου μυστικού. Κι εκεί που κάθε ποιητής εγκαινιάζει μια καθοδική πορεία προς το υπόγειο του υπογείου σκότους: την γλώσσα, η Δαράκη τοποθετεί το μυστικό της στον κόσμο της διαφάνειας, μιας διαφάνειας ευθύτατης και απλής σαν φρεσκολουσμένη μητέρα ή κόρη. Οι λέξεις, το σκοτεινό θεμέλιό τους, η αμφίρροπη αναφορικότητά τους, μπορούν να χρησιμεύσουν μόνον ως παράδοξα είδωλα, χωρίς καν συμβολικούς δεσμούς ή τουλάχιστον με τόσο μακρινές, χαμένες στο έρεβος των κυττάρων, αντιστοιχίες που δεν είναι δυνατόν να τις ανασύρεις. Κι ούτε χρειάζεται άλλωστε, αφού το ζήτημα εδώ είναι η κατασκευή ενός κόσμου και όχι η ονοματοδοσία των πραγμάτων και των συμβάντων του κόσμου μας. Σαν να λέμε, τι νόημα θα είχε να σκεφτούμε πάνω στην εικόνα του παραδοσιακού «αράπη», που βγαίνει από το πηγάδι τα βράδια για να βοσκήσει τα φλουριά του; Η ιδέα ενός κοπαδιού από φλουριά που κουδουνίζουν μέσα στην ησυχία της νύχτας παρουσιάζει μιαν επάρκεια αφοπλιστική. Σαν να ήταν το πιο φυσικό γεγονός. Ίσως επειδή η εικόνα αυτή απαντά στο ερώτημα περί του Είναι με έναν τρόπο απόλυτα αναγνωρίσιμο από το έρεβος των κυττάρων. Όταν όμως αποφασίζεις να ονομάσεις τον κόσμο σου (όχι να τον λεκτικοποιήσεις, να τον αφηγηθείς, να μυθολογήσεις, αλλά να τον προσδιορίσεις στη βάση των αξιώσεων του φαντάσματος της αλήθειας επί των λέξεων) τον χάνεις. Μεταβαίνει στο βασανιστικό επίπεδο της απουσίας εν τη παρουσία, έχεις να κάνεις πια με παρευρέσεις, εμφανίσεις, και όχι με δεσμούς. Το είδωλό του χάνεται από τους αγαπημένους καθρέφτες της Ζέφης Δαράκη. Και γνωρίζουμε ποιος δεν έχει είδωλο στον καθρέφτη: ο ζωντανός νεκρός, αυτός που ζει με την ενέργεια των άλλων, αλλά δεν μπορεί να είναι Άλλος, κι αυτός που καταφέρνει να είναι πάντα παρών, αλλά ποτέ ο εαυτός του εδώ και τώρα.

Μισό φεγγάρι στον καθρέφτη/ Κι η μικρή χορεύτρια/ Στο μαύρο οβάλ του χρόνου

 

Περνούσαν σύννεφα και άλογα σκοτωμένα/ Βασιλιάδες και ραδιουργίες/ Με το σταυρό πολύτιμων φτερών στο στήθος/ Και φθονερή ευγένεια στους ταφτάδες

 

Και όλα αυτά έσβηναν/ Από το μακρινό κουδούνισμα των νεκρών/ Που κατέβαιναν και άλλων/ Που γύρευαν ακόμη το μνήμα τους καθυστερώντας/ Το πρωινό φως των Κοιμητηρίων

 

Ας αφήσουμε τη γοητευτική εικονοποιία που ενσαρκώνεται μουσικά με τον έμπειρο τρόπο ενός ανθρώπου, ο οποίος γράφει σαράντα τόσα χρόνια. Ας αναλάβουμε το κόστος της μυθικής αφήγησης που μας χρεώνει το ποίημα. Το προνόμιο του αντικατοπτρισμού το έχουν μόνο ένα μικρό αθώο πλάσμα της τέχνης και ο χρόνος με τις ραδιουργίες του, οι οποίες όμως δεν μπορούν να υπάρξουν δίχως το αισθητικό στοιχείο. Στον καθρέφτη δεν μπορούν να εικονιστούν οι νεκροί και -κυρίως- εκείνοι που δεν καταφάσκουν στην αναγκαιότητα του θανάτου. Φτάνει αυτό. Το ποίημα της Δαράκη ήδη έκανε τη δουλειά του. Δεν είναι λίγη μια τέτοια μυθολογία με οντολογικές επισημάνσεις.

Τόση μεστότητα, τόση νεανική σοφία σπάνια βλέπουμε σε βιβλία ποιητών με μεγάλη πορεία στα γράμματα. Το Σε ονομάζω θα πει σε χάνω, της Ζέφης Δαράκη είναι ένα φιλοσόφημα που δεν σου επιτρέπει ούτε στιγμή να σκεφτείς πως δεν είναι απλή, άμεση, μουσικά ευρηματική ποίηση.

 

*Ο Γιώργος Μπλάνας είναι ποιητής

  • lisseurs ghd
  • lisseur ghd styler
  • sacs louis vuitton
  • sacs louis vuitton pas cher
  • lisseur ghd
  • ghd pas cher
  • achat Sac louis vuitton
  • sacs louis vuitton pas cher
  • sac louis vuitton soldes en ligne
  • chaussures semelle rouge pas cher
  • Sacs Louis Vuitton Pas Cher En Ligne
  • christian louboutin pas chere
  • air jordan 11 pas cher
  • louboutin femme escarpin pas cher
  • christian louboutin pas cher
  • air jordan 6 femme pas cher
  • Air Jordan Pas Cher Magasin
  • Sac louis vuitton Pas Cher Magasin
  • Vente Sac louis vuitton soldes
  • Vente sac louis vuitton
  • air jordan 11 pas cher
  • air jordan 6 retro
  • achat sac louis vuitton