Κριτική Κινηματογράφου
 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 11/06/2009

ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΩΣΤΑΣ ΤΕΡΖΗΣ

«Η πτώση της Λόλα Μοντές»

Γαλλογερμανική παραγωγή, 1955, 110 λεπτά

Σκηνοθεσία: Μαξ Οφύλς

Ερμηνεία: Μαρτίν Καρόλ, Πίτερ Ουστίνοφ, Οσκαρ Βέρνερ

Ένα αριστούργημα δίπλα στα «υπόλοιπα» της σεζόν. Συγχωρέστε με, αλλά η σύγκριση είναι συντριπτική, ιδιαίτερα μάλιστα όταν βγαίνει στην επιφάνεια η κούραση μιας ολόκληρης κινηματογραφικής χρονιάς…

Μαξ Οφύλς, Γερμανοεβραίος σκηνοθέτης, γεννημένος στο Σααρμπρίκεν της Γερμανίας το 1902 (το πραγματικό του όνομα ήταν Μαξ Οπενχάιμερ). Με την άνοδο του ναζισμού καταφεύγει στη Γαλλία, όπου αποκτά τη γαλλική υπηκοότητα το 1938, και αλλάζει το όνομά του. Ταινίες όπως «Η αγαπημένη» (1933), «Το γράμμα μιας άγνωστης» (1948), «Παγιδευμένη» (1949), «Μια λάθος στιγμή» (1949), «Το γαϊτανάκι του έρωτα» (1950), «Ηδονή» (1952), «Τα σκουλαρίκια της Μαντάμ ντε...» (1953) και «Η πτώση της Λόλα Μοντές» (1955), εγγράφουν ένα μοναδικό κινηματογραφικό σύμπαν, όπου κυριαρχούν οι γυναικείοι χαρακτήρες, ο απελπισμένος έρωτας, οι ηδονές της ζωής, το ξεθώριασμά τους μέσα στον χρόνο...

«Η πτώση της Λόλα Μοντές» είναι η τελευταία ταινία που γύρισε αυτός ο εκπληκτικός σκηνοθέτης, και αυτή που δίχασε περισσότερο απ` όλα τα έργα του, όταν πρωτοπαρουσιάστηκε, στο Παρίσι, τον Δεκέμβρη του 1955. Οι θεατές την υποδέχτηκαν γιουχάροντας, οι κριτικοί διχάστηκαν, και καλλιτεχνικές προσωπικότητες της εποχής όπως ο Ζαν Κοκτώ, ο Ρομπέρτο Ροσελίνι, ο Ζακ Τατί, με κοινή δήλωσή τους εξέφρασαν την πλήρη υποστήριξή τους στην αξία του έργου...

Η ταινία διηγείται την ιστορία μιας διάσημης Ισπανοϊρλανδέζας χορεύτριας καμπαρέ του 19ου αιώνα, που μεταξύ πολλών άλλων ήταν ερωμένη του βασιλιά Λουδοβίκου της Βαυαρίας και του Φραντς Λιστ, «συλλαμβάνοντάς» την όταν πια, ξεπεσμένη σαν «νούμερο» σε αμερικάνικο τσίρκο, ανακαλεί στη μνήμη της γεγονότα της πολυτάραχης ζωής της, μέσα από μια οργιαστική μπαρόκ σκηνογραφία και σύνθετες, αλλεπάλληλες κινήσεις της κάμερας. Στο ρόλο της Λόλα Μοντές ο Μαξ Οφύλς είχε επιλέξει το σεξ σύμβολο του γαλλικού κινηματογράφου της εποχής εκείνης, την Μαρτίν Καρόλ.

Αυτή η απίστευτα μοντέρνα ταινία («η σπουδαιότερη ταινία όλων των εποχών», έχει γράψει με μια δόση κατανοητής υπερβολής ο ελληνικής καταγωγής -και συντηρητικών απόψεων- διάσημος Αμερικανός κριτικός Άντριου Σάρις) κρύβει στον πηρήνα της, κάτω από τα φανταχτερά κοστούμια της, το σινεμασκόπ και το EastmanColor (πρώτο και τελευταίο έγχρωμο φιλμ του Οφύλς), μια ανελέητη κριτική στη λογική του θεάματος, σ' αυτή την απόλυτη, ολοκληρωτική θρησκεία κάθε μοντέρνας κοινωνίας που αναδύθηκε μέσα από τον βάρβαρο εικοστό αιώνα και μας καταδυναστεύει σήμερα πολύ περισσότερο από την εποχή των προβληματισμών του Μαξ Οφύλς.

Το θέαμα, όχι μόνο αναβιβάζει και καταβαραθρώνει ανθρώπους, αλλά μετατρέπει και όλους τους άλλους τριγύρω σε ηδονοθήρες, σε δεύτερης και τρίτης κατηγορίας πρόσωπα, μοιάζει να λέει ο Οφύλς, που προλαμβάνει ολόκληρη την κατοπινή κριτική του Ντεμπόρ στην κοινωνία του θεάματος και τους ψευδαισθησιακούς μηχανισμούς της. Η Λόλα είναι ένα «αντικείμενο», μια όμορφη κούκλα πάνω στην οποία ο καθένας μπορεί να επενδύσει κάθε είδους φαντασίωση. Οι άντρες θεωρούν ότι την κατέχουν (;) και αυτή η ψευδαίσθηση εξουσίας γίνεται ο απατηλός καθρέφτης, το καλειδοσκόπιο μέσα από το οποίο διαθλάται η αφήγηση... Χρησιμοποιώντας με μαεστρία το θεατρικό του οπλοστάσιο, ο Μαξ Οφύλς «χτίζει» ένα μελοδραματικό, πληθωρικό, μπαρόκ κινηματογραφικό ύφος, με άξονες τη μοναξιά και τον θάνατο, που προλέγει ουσιαστικά όλο το μοντέρνο σινεμά -δεν είναι τυχαίο ότι ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ υπήρξε μεγάλος θαυμαστής του έργου του Μαξ Οφύλς.

Μετά την απογοητευτική πρεμιέρα στο Παρίσι το 1955, οι παραγωγοί θεώρησαν ότι το «λάθος» της ταινίας ήταν οι αναδρομές στο παρελθόν (flashback) που... απέτρεπαν τον θεατή της ήσσονος προσπάθειας να παρακολουθήσει την αφήγηση. Αποφάσισαν λοιπόν, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του σκηνοθέτη, να μοντάρουν την ταινία ξανά, κόβοντας σκηνές και ακολουθώντας μια απλοϊκή γραμμική αφήγηση, κατεβάζοντας τη διάρκεια από τα 140 στα 90 λεπτά και προσθέτοντας ένα “happy ending” με σχόλιο της Μαρτίν Καρόλ. Η ακρωτηριασμένη βερσιόν παρουσιάστηκε στο Μόντε Κάρλο τον Φεβρουάριο του 1957, και αυτή τη φορά η απόρριψή της ήταν καθολική, τόσο από το κοινό όσο και από τους κριτικούς. Ο Μαξ Οφύλς, βαθιά απογοητευμένος για την τύχη του αριστουργήματός του πέθανε ένα μήνα μετά, σε ηλικία μόλις 55 ετών...

Γύρω στα 1966 μια ομάδα ιστορικών και κριτικών του κινηματογράφου αναζήτησε τα χαμένα αποσπάσματα της ταινίας και σε κάποιο βαθμό αποκατέστησε την αρχική βερσιόν, αν και κρίσιμα τμήματα του φιλμ δεν βρέθηκαν, ενώ το υλικό παρουσίασε προβλήματα στα χρώματα, αφού είχε τραβηχτεί και εμφανιστεί με την χρωματικά ασταθή επεξεργασία του EastmanColor. Μόλις τα τελευταία χρόνια, κάποιες σκηνές που πολλοί θεωρούσαν για πάντα χαμένες, βρέθηκαν απρόσμενα και επέτρεψαν μια νέα μονταρισμένη εκδοχή της ταινίας που πλησιάζει αρκετά τις αρχικές προθέσεις του Οφύλς. Επιπλέον η εξέλιξη της τεχνικής επέτρεψε στην Ταινιοθήκη της Γαλλίας να αποκαταστήσει χρωματικά το φιλμ. Αυτή η τελική εκδοχή προβλήθηκε στις Κάννες για πρώτη φορά τον Μάιο του 2008 στο πλαίσιο του προγράμματος Cannes Classics και χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό.

«50 νεκροί λιγότεροι» (Fifty dead men walking)

Καναδοβρετανική παραγωγή, 2008, 117 λεπτά

Σκηνοθεσία: Κάρι Σκόγκλαντ

Ερμηνεία: Μπεν Κίνγκσλεϊ, Τζιμ Στάρτζες, Κέβιν Ζίγκερς

Η ταινία αφηγείται μια παραλλαγή της πραγματικής ιστορίας του Martin McGartland, που στη δεκαετία του `80, 19χρονος τότε, έγινε πράκτορας της βρετανικής κυβέρνησης όντας μέλος του IRA. Ο ίδιος εξακολουθεί να κρύβεται μέχρι και σήμερα, ακόμη και μετά την ανακωχή των αντιμαχόμενων πλευρών, καθώς έχουν γίνει επανειλημμένες απόπειρες δολοφονίας του. Αν και το σενάριο έχει γραφτεί σε κάποιο βαθμό με τη δική του συνεργασία, δεν είχε την τελική του έγκριση. Το βέβαιο είναι ότι, όπως εύκολα διαπιστώνει κανείς παρακολουθώντας την ταινία, τόσο το σενάριο όσο και η σκηνοθεσία υπηρετούν τις απόψεις και τα συμφέροντα της βρετανικής πλευράς. Κρίμα, γιατί μια τόσο σύνθετη πολιτική κατάσταση όπως το πρόβλημα της Βόρειας Ιρλανδίας απαιτούσε κάτι παραπάνω από μια ξώφαλτση ψευδο-συγκινησιακή αστυνομική εξιστόρηση.

Ένα κορεάτικο... σπαγγέτι

"Ο Καλός, ο Κακός κι ο Περίεργος" (Joheunnom nabbeunnom isanghannom)

Κορεάτικη παραγωγή, 2008, 120 λεπτά

Σκηνοθεσία: Κιμ Τζι-Γουν

Εμπνευσμένο από το περίφημο “Ο Καλός, ο Κακός και ο Ασχημος», το κορεάτικο αυτό φιλμ μεταγράφει τη λογική των σπαγγέτι, σε μια λάιτ εκδοχή, στην ασιατική ενδοχώρα και στο εκεί ιστορικό πλαίσιο. Σε μια έρημο της Μαντζουρίας, στην ταραγμένη δεκαετία του '30, τρεις Κορεάτες συναντιούνται σε ένα τρένο. Ο Ντο-Γον, ο Καλός, είναι ένας κυνηγός επικηρυγμένων, ο Τσαν Γι, ο Κακός, είναι ένας αρχηγός συμμορίας και ο Τάε –Γκου, ο Περίεργος είναι ένας ταλαντούχος αλλά απρόβλεπτος ληστής που προτιμά τις μηχανές της Δύσης από τα άλογα. Και οι τρεις ψάχνουν τον ίδιο χάρτη που «υπόσχεται» έναν αμύθητο θησαυρό. Μαζί με τον ιαπωνικό στρατό και ορδές παρανόμων, όλα στην ταινία μπλέκονται σε ένα ντελίριο δράσης, με υπερβάλλουσα βία, σύμφωνα με τους «κανόνες» του κορεάτικου σινεμά.

Πολλές μάχες, σουρεαλιστικές συγκρούσεις κάθε είδους και ανατροπές στην αφήγηση, από έναν σκηνοθέτη με θητεία στις ταινίες τρόμου, χιούμορ (όχι πάντοτε στα μέτρα του Δυτικού κοινού) αλλά και άφθονα gags. Δεν μπορώ να πω ότι διασκέδασα, αλλά υποθέτω ότι για μια έξοδο σε θερινό σινεμά η ταινία αντέχει και δεν θα ζητάτε τα λεφτά σας πίσω...

«Τα φαντάσματα των πρώην» (Ghosts of Girlfriends Past)

Αμερικανική παραγωγή, 2009, 100 λεπτά

Σκηνοθεσία: Μαρκ Γουότερς

“Σε μια σχέση το πάνω χέρι το έχει όποιος νοιάζεται λιγότερο”: με κάτι τέτοιες αμπελοφιλοσοφίες ψαρεύει θεατές αυτή η μετριότατη «ρομαντική κομεντί» -το δεύτερο στοιχείο επικρατεί, με μια σάλτσα επίπλαστου κυνισμού που φτάνει… αισίως στην αναγνώριση των σφαλμάτων μιας ολόκληρης ζωής και στο πέρασμα στην ωριμότητα...

Υποτίθεται η ταινία «στοχεύει» στο γυναικείο κοινό, όπως και η ανάλογη ροζ παρα-λογοτεχνία. Πάντως, καιρό είχα να δω τόσο μέτριες ερμηνείες σε αμερικανική παραγωγή (πρωταγωνιστεί ο Μάθιου Μακόναχι).

«Οι αδελφοί Μπλουμ» (The Brothers Bloom)

Σκηνοθεσία: Ράιαν Τζόνσον

Ερμηνεία: Ρέιτσελ Βάις, Άντριεν Μπρόντι, Μαρκ Ράφαλο

Να μια ταινία που είναι ουσιαστικά η επιτομή όλων των λαθών που θα μπορούσε να κάνει ένας σκηνοθέτης: Από το σενάριο μέχρι την επιλογή των (καλών κατά τα άλλα) ηθοποιών, το ντεκουπάζ, τη χρήση της μουσικής... και ο κατάλογος δεν έχει τέλος. Θα έπρεπε να τη δείχνουν στις σχολές κινηματογράφου ως παράδειγμα προς αποφυγή. Με δυο λόγια: Οι αδελφοί Μπλουμ είναι δύο απατεώνες "διεθνούς βεληνεκούς". Οι ζωές τους αλλάζουν όταν συναντούν την Πηνελόπη, μια νέα και ιδιαίτερα όμορφη κληρονόμο. Ενώ αρχικά τα δύο αδέρφια σχεδιάζουν να την εξαπατήσουν, η Πηνελόπη καταλήγει να γίνει συνεργάτης τους και τα πράγματα περιπλέκονται όταν ένα από τα δύο αδέρφια την ερωτεύεται...

  • lisseurs ghd
  • lisseur ghd styler
  • sacs louis vuitton
  • sacs louis vuitton pas cher
  • lisseur ghd
  • ghd pas cher
  • achat Sac louis vuitton
  • sacs louis vuitton pas cher
  • sac louis vuitton soldes en ligne
  • chaussures semelle rouge pas cher
  • Sacs Louis Vuitton Pas Cher En Ligne
  • christian louboutin pas chere
  • air jordan 11 pas cher
  • louboutin femme escarpin pas cher
  • christian louboutin pas cher
  • air jordan 6 femme pas cher
  • Air Jordan Pas Cher Magasin
  • Sac louis vuitton Pas Cher Magasin
  • Vente Sac louis vuitton soldes
  • Vente sac louis vuitton
  • air jordan 11 pas cher
  • air jordan 6 retro
  • achat sac louis vuitton