Τμήματα θεατρικών σπουδών και θεάτρου
 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 26/04/2009

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ*

Ζητήματα ταυτότητας και ρόλου

Η ιδιάζουσα φύση του αντικειμένου των πανεπιστημιακών Τμημάτων Θεατρικών Σπουδών και Θεάτρου επιβάλλει μια ειδική αντιμετώπιση, τόσο στο επίπεδο του σχεδιασμού του προγράμματος σπουδών, όσο και στο επίπεδο της υλοποίησής του. Πρόκειται εν πολλοίς για ένα αντικείμενο ευρύ, που κινείται μεταξύ της επιστήμης του θεάτρου – της θεατρολογίας – και της θεατρικής πράξης. Συνεπώς, αν προσεγγισθεί στην ολότητά του στα πλαίσια μιας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, θα πρέπει το εκάστοτε πρόγραμμα σπουδών να διαρθρώνεται, τόσο σε θεωρητικά, όσο και σε πρακτικά μαθήματα.

Στη βάση του συνδυασμού θεωρίας και πράξης έχουν συγκροτηθεί τα Τμήματα Θεάτρου στη Θεσσαλονίκη (Α.Π.Θ.) και Θεατρικών Σπουδών στο Ναύπλιο (Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου), τα οποία, για αυτό το λόγο, υπάγονται στην οικεία Σχολή Καλών Τεχνών. Αντίθετα, τα Τμήματα Θεατρικών Σπουδών της Αθήνας και της Πάτρας έχουν υιοθετήσει μια αμιγώς θεωρητική κατεύθυνση, υπαγόμενα το μεν πρώτο στη Φιλοσοφική Σχολή του Ε.Κ.Π.Α., το δε δεύτερο στη Σχολή Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πατρών.

Η παραπάνω κατηγοριοποίηση υπαγορεύει και μια διαφορετική επόπτευση της υλοποίησης του προγράμματος σπουδών από κάθε Τμήμα. Είναι ευνόητο ότι για τα Τμήματα που συνδυάζουν τη θεωρητική με την πρακτική κατάρτιση, ανακύπτουν πολύ πιο σοβαρά ζητήματα κατά την εφαρμογή του προγράμματος σπουδών. Ειδικές αίθουσες διδασκαλίας της υποκριτικής και του χορού, εργαστήρια σκηνογραφίας, υλικοτεχνική υποδομή για τη σωστή λειτουργία των εργαστηρίων αυτών, εποπτικά μέσα, χώροι φύλαξης των προσωπικών αντικειμένων των φοιτητών (ντουλάπια κλπ.) είναι ορισμένες μόνο από τις βασικές προϋποθέσεις, προκειμένου να εκπληρώσουν τη λειτουργία τους τα Τμήματα αυτά.

Και, βέβαια, πολλά από τα παραπάνω είναι που ελλείπουν στην παρούσα φάση. Μπορούμε να αναφέρουμε χαρακτηριστικά ότι το Τμήμα Θεάτρου του ΑΠΘ, έχοντας συμπληρώσει πλέον δεκαπέντε χρόνια λειτουργίας, δε διαθέτει ακόμα δικές του αίθουσες διδασκαλίας. Έχοντας ως βάση του το κτίριο της οδού Εγνατία, όπου στεγάζονται η Γραμματεία, η Βιβλιοθήκη, τα γραφεία των καθηγητών και λιγοστές αίθουσες θεωρητικών κυρίως μαθημάτων, δανείζεται αίθουσες από άλλα Τμήματα στην Πανεπιστημιούπολη και νοικιάζει διάσπαρτους χώρους στο κέντρο της πόλης, τις περισσότερες φορές ακατάλληλους για τη διδασκαλία των πρακτικών μαθημάτων.

Ο κατακερματισμός αυτός δεν επιφέρει μόνο την αναστάτωση στο προσωπικό πρόγραμμα κάθε φοιτητή, που τρέχει να προλάβει τα μαθήματα από τη μία άκρη του κέντρου στην άλλη, αλλά λειτουργεί και διασπαστικά της συμμετοχής του στη φοιτητική κοινότητα. Ο αποκλεισμός του από το συγκροτημένο και οριοθετημένο χώρο του Πανεπιστημίου δρα ανασχετικά της συνείδησής του ως μέλους της κοινότητας αυτής.

Η κατάσταση αναφορικά με την υλοποίηση του προγράμματος σπουδών στα αμιγώς θεωρητικά Τμήματα είναι σαφώς λιγότερο σύνθετη. Ωστόσο, δεδομένης της πρακτικής φύσης της τέχνης του θεάτρου, γεννάται το ερώτημα για τα Τμήματα αυτά, κατά πόσο είναι δυνατό η θεωρητική προσέγγιση της τέχνης του θεάτρου να παραγνωρίζει την επαφή και την τριβή με το εγγενές χαρακτηριστικό αυτής, δηλαδή τη θεατρική πράξη.

Πρόκειται για ένα κενό, το οποίο επιχειρούν να καλύψουν τα προγράμματα πρακτικής άσκησης των φοιτητών. Ωστόσο, οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες αυτά υλοποιούνται, η σύντομη διάρκειά τους και, το πιο σημαντικό, οι περιορισμένες και συχνά διεκπεραιωτικής φύσης αρμοδιότητες που οι φοιτητές λαμβάνουν στο πλαίσιό τους, δεν επιτρέπουν ουσιαστικά την εκπλήρωση της λειτουργίας τους.

Από όλα τα παραπάνω γίνεται αντιληπτή η απόκλιση που παρουσιάζουν στον προσανατολισμό τους οι δύο διαφορετικές κατηγορίες Τμημάτων Θεατρικών Σπουδών και Θεάτρου. Το σημείο εκείνο, στο οποίο τελικά συγκλίνουν και τα τέσσερα τμήματα είναι η αβεβαιότητα στην επαγγελματική αποκατάσταση.

Όλα τα πτυχία που απονέμονται είναι ενιαία, γεγονός που σημαίνει ότι απουσιάζει η επίσημη αναγνώριση των πρακτικών κατευθύνσεων (υποκριτική, σκηνογραφία, χορός), τις οποίες έχουν ακολουθήσει οι φοιτητές στα Τμήματα της πρώτης κατηγορίας. Όλοι οι απόφοιτοι, λοιπόν, χρίζονται συλλήβδην θεατρολόγοι, χωρίς ο τίτλος αυτός να ανταποκρίνεται στο επιμέρους πλαίσιο σπουδών, από το οποίο προέρχονται.

Αυτή η ομοιογένεια των τίτλων σπουδών εξυπηρετεί και διευκολύνει τη διαδικασία απορρόφησης των ΅θεατρολόγωνΆ στην Εκπαίδευση. Διότι, οι μόνες θεσμοθετημένες θέσεις, στις οποίες μπορεί να απορροφηθεί ένας απόφοιτος των Τμημάτων Θεατρικών Σπουδών και Θεάτρου, είναι στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Έτσι, η ύπαρξη όλων αυτών των Τμημάτων δικαιολογείται και νομιμοποιείται μόνο μέσω της συγκεκριμένης διαδικασίας επαγγελματικής αποκατάστασης.

Και πάλι, όμως, δε γίνεται λόγος για οργανικές θέσεις, παρά μόνο για ωρομίσθια εργασία, που αμείβεται με 7,7 ευρώ την ώρα και με ανώτατο όριο ωρών εργασίας ανά εβδομάδα τις δώδεκα. Οι είκοσι οργανικές θέσεις στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, που προκηρύχθηκαν για πρώτη φορά φέτος μέσω του Α.Σ.Ε.Π., δεν πρόκειται, βέβαια, να καλύψουν το κενό στην αποκατάσταση των θεατρολόγων. Εξάλλου, δεν επιθυμούν όλοι οι απόφοιτοι των Τμημάτων Θεατρικών Σπουδών και Θεάτρου να προσανατολιστούν προς την Εκπαίδευση.

Από την άλλη, δεν προσφέρουν όλα τα Τμήματα και στον ίδιο βαθμό επαρκή παιδαγωγική κατάρτιση, ώστε οι απόφοιτοί τους να είναι σε θέση να διδάξουν το μάθημα της θεατρικής αγωγής στο σχολείο. Όταν τα αντίστοιχα μαθήματα στο πρόγραμμα σπουδών του εκάστοτε Τμήματος είναι είτε επιλεγόμενα, είτε μόνο θεωρητικά, τότε δεν παρέχουν καμία ουσιαστική εκπαίδευση στο φοιτητή.

Το αποτέλεσμα είναι τελικά οι περισσότεροι απόφοιτοι όλων αυτών των Τμημάτων να διοχετεύονται προς τον τομέα της Εκπαίδευσης, που συνιστά τη μόνη δίοδο επαγγελματικής αποκατάστασης, χωρίς πολλές φορές να το επιθυμούν, αλλά και χωρίς να διαθέτουν το απαιτούμενο υπόβαθρο.

Αυτό, λοιπόν, που επιβάλλεται τελικά είναι το κράτος να προχωρήσει σε μια ουσιαστική και οργανική σύνδεση των Τμημάτων αυτών, τόσο με τον εκπαιδευτικό τομέα, όσο και με το πεδίο της καλλιτεχνικής δραστηριότητας. Ο θεατρολόγος – περιθωριοποιημένος σήμερα – οφείλει να είναι στον πυρήνα και της εκπαιδευτικής διαδικασίας, αλλά και της καλλιτεχνικής πράξης. Z

* Θεατρολόγος